διαβλητικός

διαβλητικός
η , ό[ν] клеветнический;

διαβλητική επιστολή — донос


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "διαβλητικός" в других словарях:

  • διαβλητικός — art of calumny masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβλητικός — ή, ό (AM διαβλητικός, ή, όν) 1. αυτός που διαβάλλει, ο συκοφαντικός 2. αυτός μέσω τού οποίου γίνεται η διαβολή …   Dictionary of Greek

  • διαβλητικός — ή, ό αυτός που μπορεί να διαβάλει, να συκοφαντήσει: Δε θέλω διαβλητικούς χαρακτήρες στην παρέα μας! …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαβλητικόν — διαβλητικός art of calumny masc acc sg διαβλητικός art of calumny neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβλητική — διαβλητικός art of calumny fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβλητικῶς — διαβλητικός art of calumny adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβλητικῆι — διαβλητικῇ , διαβλητικός art of calumny fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»